Παλαιό Φάληρο: Το «Kouloura House» επανασυστήνει τον αθηναϊκό μοντερνισμό
- Ορίζοντες | Παλαιό Φάληρο

- πριν από 1 ημέρα
- διαβάστηκε 3 λεπτά
Στο Παλαιό Φάληρο, το αρχιτεκτονικό γραφείο Architectural Bureau 11 μεταμορφώνει μια εγκαταλελειμμένη κατοικία της δεκαετίας του 1950 σε ένα έργο με έντονο θεωρητικό και αισθητικό αποτύπωμα. Το «Kouloura House» δεν αποτελεί απλώς μια ανακαίνιση, αλλά μια παρέμβαση που συνομιλεί με την ιστορία της αθηναϊκής πολυκατοικίας και τη «λαϊκή μοντερνικότητα» του μεσογειακού Νότου.

Η σειρά «Σύγχρονες Ιστορίες Οικιακότητας ή ΚατΟΙΚΕΙΝ», σε επιμέλεια της πλατφόρμας Archt., διερευνά διαφορετικές ερμηνείες της έννοιας σπίτι σε ανοιχτό διάλογο με σύγχρονες αρχιτεκτονικές προσεγγίσεις στο πεδίο της κατοικίας.
Στο ενδέκατο επεισόδιο, ακολουθούμε την αρχιτέκτονα Anna Delgiado, από το γραφείο Architectural bureau 11, να επαναφέρει στον αστικό ιστό του Παλαιού Φαλήρου μια εγκαταλελειμμένη ισόγεια κατοικία της δεκαετίας του 1950 —τυπικό δείγμα πρώιμου αθηναϊκού μοντερνισμού— με έναν εντελώς αναπάντεχο τρόπο. Αντλώντας από το σχεδιαστικό ιδίωμα της εποχής, οι αρχιτέκτονες ντύνουν το σπίτι, περιμετρικά, με έναν διάτρητο μανδύα από κλωστρά, πάνω στον οποίο, με το πέρασμα του χρόνου, αναμένεται να αναπτυχθεί μια κληματαριά.
Μέσα από αυτή τη νέα, διάτρητη κεραμική πρόσοψη, που οριοθετεί και εμπεριέχει την οικιακή ζωή, το σπίτι αποκτά ένα διαπερατό κουκούλι που το επαναπροσδιορίζει μορφολογικά και το φορτίζει σημειολογικά, μετατρέποντάς το σε τοπόσημο που θέτει ερωτήματα για τη σχέση σύγχρονου–μοντέρνου, ιδιωτικού–δημόσιου, κατοίκησης–αστικότητας, και για την ερωτική σχέση της αρχιτεκτονικής με τον χρόνο.
από την Μελίνα Αρβανίτη-Πολλάτου

Τα κλωστρά
Στον αθηναϊκό μοντερνισμό των δεκαετιών 1950–1970, τα κλωστρά συγκροτούν ένα κρίσιμο αρχιτεκτονικό εργαλείο που υπερβαίνει τη διακοσμητική λειτουργία και δρα ως περιβαλλοντικό, χωρικό και μορφολογικό φίλτρο, μεσολαβώντας ανάμεσα στο εσωτερικό και το εξωτερικό, στην κατοικία και την πόλη. Ως διάτρητα στοιχεία σκίασης και αερισμού, συνήθως από οπλισμένο σκυρόδεμα ή κεραμικό, εντάσσονται στη λογική προσαρμογής του διεθνούς μοντερνισμού στο μεσογειακό κλίμα, επιτρέποντας τον φυσικό αερισμό και φιλτράροντας το έντονο αττικό φως χωρίς πλήρη αποκοπή από το αστικό περιβάλλον, σε αντιστοιχία με τις αρχές του brise-soleil (Le Corbusier, 1964) επανανοηματοδοτημένες στην ελληνική συνθήκη.
«Στους χώρους όπου το φως φιλτράρεται, τα αντικείμενα αποκτούν βάθος και χρόνο», γράφει στο Εγκώμιο της Σκιάς ο Jun’ichirō Tanizaki
Στο επίπεδο της όψης, της πόλης και του δρόμου, τα κλωστρά οργανώνουν ρυθμικά μοτίβα, ελαφραίνουν τη μάζα του συμπαγούς κτηρίου και παράγουν ένα χαρακτηριστικό παιχνίδι σκιάς και φωτός —ένα είδος αστικού chiaroscuro— που καθορίζει την εμπειρία του αθηναϊκού δρόμου (Τουρνικιώτης, 2009).
Παράλληλα, λειτουργούν ως μηχανισμοί χωρικής διαβάθμισης, συγκροτώντας ενδιάμεσους χώρους και “κατώφλια” που επαναφέρουν, σε μοντέρνα μορφή, παραδοσιακά πρότυπα όπως η αυλή και το σαχνισί, συμβάλλοντας σε μια αρχιτεκτονική αφήγηση μετάβασης που διαφοροποιεί την ελληνική εκδοχή του μοντερνισμού από τον αυστηρό λειτουργισμό της Κεντρικής Ευρώπης (Ζάχος & Φατούρος, 1985).
Η μαζική τους υιοθέτηση από μικρούς κατασκευαστές και η βιοτεχνική τους παραγωγή τα καθιστούν κατεξοχήν στοιχεία μιας “λαϊκής μοντερνικότητας”, όπου οι αρχές του μοντερνισμού διαχέονται στην ανώνυμη καθημερινή αρχιτεκτονική της πόλης (Λαμπράκης, 2010).
Στα ίχνη του αθηναϊκού chiaroscuro, η νέα διάτρητη κεραμική πρόσοψη της κατοικίας αξιοποιεί το παιχνίδισμα αποκάλυψης–απόκρυψης και φωτός–σκιάς για να περιγράψει έναν τρόπο κατοίκησης του κόσμου, όπου η σκιά επιτρέπει στα πράγματα να αποκτούν μνήμη και διάρκεια.

Διατηρώντας τη μνήμη
Πίσω από το διάτρητο φίλτρο της πρόσοψης, το παλιό σπίτι ανασαίνει προστατευμένο και ανέπαφο, διατηρώντας τη μνήμη όσων το έχτισαν: ξύλινες γρίλιες και μεταλλικά πορτόνια, μωσαϊκά δάπεδα, αυλές με σκιερά δέντρα. Ο κήπος με την αιωνόβια συκιά, που εφάπτεται στη βορινή πίσω όψη, εντάσσεται στη νέα οικιακή ζωή ως προέκταση και αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητας των κατοίκων.
Μπαλκονόπορτες εγκαθίστανται στις θέσεις των παραθύρων, δίνοντας πρόσβαση στους ενδιάμεσους, κατωφλιακούς χώρους που ενεργοποιεί η διαπερατή επιδερμίδα από κλωστρά. Μόνο το παράθυρο της κουζίνας παραμένει παρόν: τετράγωνο, στο φόντο του κερασί πάγκου —κάδρο του έξω στο μέσα, του αλλού στο εδώ, του εκεί στο τώρα. Τμήματα από υαλοπετάσματα που καθαιρέθηκαν συνδυάζονται και επαναχρησιμοποιούνται στο φωτιστικό πολυέλαιο του καθιστικού.
Μια μπλε γραμμή χωρίζει τις τοιχοποιίες στο εσωτερικό του σπιτιού σε δύο διακριτά τμήματα, εμμένοντας στη μοντερνιστική οριζοντιότητα με εικαστικές αναφορές στο De Stijl.
Βίντατζ ξύλινα έπιπλα, που αποπνέουν την αισθητική του χειροποίητου, συνομιλούν διαλεκτικά με σύγχρονα φωτιστικά και μεταλλικές υφές.
Χτισμένο στα μέσα του 20ού αιώνα από ένα ζευγάρι εσωτερικών μεταναστών από τη Λέσβο, “Το Σπίτι στη Σκιά του”, όπως το ονομάζουν σήμερα οι αρχιτέκτονες, επαναφέρει τον αθηναϊκό μοντερνισμό της λαϊκής, ανώνυμης κατοικίας στο επίκεντρο της σύγχρονης αρχιτεκτονικής συζήτησης.

Θέτοντας τα κλωστρά ως πρόδρομα βιοκλιματικά εργαλεία, φορείς ιστορικής συνέχειας, μνήμης αλλά και ριζοσπαστικής αναδιάταξης, η ανακαίνιση του «Kouloura House» από το Architectural bureau 11 πλαισιώνει τη σύγχρονη αθηναϊκή κατοικία κριτικά αναζητώντας τη σύνδεση τόπου, κλίματος και μορφής (Frampton, 2007).
Βιβλιογραφία
Λαμπράκης, Δ. (2010) Η Αθηναϊκή Πολυκατοικία 1920–1970. Αθήνα: Εκδόσεις Μέλισσα.
Τουρνικιώτης, Π. (2009) Η Αρχιτεκτονική στην Ελλάδα του 20ού Αιώνα. Αθήνα: Εκδόσεις Μέλισσα.
Frampton, K. (2007) Modern Architecture: A Critical History. 4th edn. London: Thames & Hudson.
Ζάχος, Α., Φατούρος, Δ. (1985) Θεωρία και Πράξη της Ελληνικής Αρχιτεκτονικής του 20ού Αιώνα. Θεσσαλονίκη: University Studio Press.
Le Corbusier (1964) Œuvre Complète. Vols. 1–8. Zürich: Les Éditions d’Architecture.




